LOW PROFILE

Αρθρογράφος: Φωκίων ΚοπανάρηςΑρθρογράφος: Bαλίσια Bύζα

THE DOWN TOWN WHISKY BAR. Tο Whisky Magazine ήταν φυσικό να αφιερώσει ένα άρθρο σε ένα από τα εκλεκτά whisky bar των Αθηνών με πλούσια και ψαγμένη κάβα, το Low Profile. O Φωκίων Κοπανάρης με τη Βαλίσια Βύζα είχαν τη χαρά να συναντήσουν από κοντά το δημιουργό κι οραματιστή του Low Profile Σταύρο Κασιώτη και μαζί με τον Δημήτρη Αρβανίτη, τον Χριστόφορο Κάσδαγλη και τον Θανάση Μήνα να συζητήσουν, μα κυρίως να ταξιδέψουν, έστω νοερά, στον κόσμο του ουίσκι.

Στην παρέα, λένε, όλοι οι καλοί χωράνε. Στο Low Profile όμως εκείνο το ανοιξιάτικο, βροχερό απόγευμα ήταν οι καλύτεροι. Ο Σταύρος Κασιώτης, υποδέχτηκε τρεις φίλους από χρόνια, τον Χριστόφορο Κάσδαγλη, τον Δημήτρη Αρβανίτη και τον Θανάση Μήνα, για μια συζήτηση άνευ όρων για ένα μπαρ που μετράει, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεκαέξι συναπτά έτη.

«Για μένα το Low Profile είναι οι άνθρωποι. Είναι ένα σημείο αναφοράς. Ένα οικείο σημείο αναφοράς πρωτίστως», εξομολογείται ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Χριστόφορος Κάσδαγλης πίνοντας ένα Johnnie Walker Red Label.

Ναι. Το Low Profile σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι βρίσκεσαι σ’ ένα underground στέκι της Νέας Υόρκης και δίπλα σου κάθονται θρύλοι της μουσικής, όπως ο Miles Davis, ο Duke Ellington, ο Thelonius Monk ή ακόμα και μεταγενέστεροι όπως ο Tom Waits, ο οποίος άλλωστε δεσπόζει στην είσοδο του Low, δίπλα ακριβώς στο μπαρ.

Η συζήτηση ξεκινάει...

Φωκίων Κοπανάρης (ΦΚ): Αν ρωτήσουμε ένα φίλο μας ή τους ανθρώπους που αγαπάνε το ουίσκι ποιο είναι το πρώτο κλασικό ουίσκι μπαρ που τους έρχεται στο μυαλό στην Αθήνα, ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο, το αν καπνίζουν πούρο ή δεν καπνίζουν τίποτα, η συντριπτική πλειοψηφία θα απαντήσει αυθόρμητα πως η κλασική ουίσκι μπάρα της Αθήνας είναι το Low Profile. Για μας το ουίσκι δεν είναι απλώς ένα προϊόν ή απλώς ένα ποτό. Tο «πάμε να πιουμε ένα ουισκάκι» είναι μια αφορμή για συνάντηση, μια ολόκληρη κουλτούρα, είναι η σχέση με την ατμόσφαιρα, το περιβάλλον, τη μουσική. Αντί λοιπόν να κάνουμε ένα τυπικό bar overview, σκεφθήκαμε να προσκαλέσουμε τρεις πολύ αξιόλογους ανθρώπους να μιλήσουν εκείνοι για το Low Profile, κι εγώ απλώς πού και πού να συμπληρώνω κανένα υπερφίαλο σχόλιο, όσο κι αν τσαντίζεται ο Σταύρος Κασιώτης, ο ιδιοκτήτης του Low Profile και ο άνθρωπος που αγωνίζεται να το κρατάει σε μια σταθερή πορεία όλα αυτά τα χρόνια.

Χριστόφορος Κάσδαγλης (ΧΚ): Όχι ιδιοκτήτης του Low, ο Σταύρος είναι το Low. Η λέξη ιδιοκτήτης είναι μια πολύ στενή προσέγγιση.

Η φράση που μόλις μπήκε εμβόλιμα ανήκει στον κ. Χριστόφορο Κάσδαγλη, έναν από τους πιο αγαπημένους μου, αλλά σίγουρα από τους εγκυρότερους έλληνες δημοσιογράφους. Απέναντι μας, έχουμε επίσης τον κ. Δημήτρη Αρβανίτη. Τι να πούμε τώρα για τον άνθρωπο που ουσιαστικά εκπροσωπεί το ελληνικό graphic design σήμερα; Περιμένουμε και τον κ. Θανάση Μήνα, επίσης έναν άνθρωπο που έχει σχέσεις με το ουίσκι, τις λέξεις και την jazz μουσική. Τα πρώτα ουίσκι έχουν μπει, οπότε...

Κύριε Κάσδαγλη, ουίσκι, jazz, blues, rock ’n’roll. Μιλάμε για ένα από τα πιο κλασικά, τίμια, καθαρά μπαρ της Αθήνας.

ΧΚ Το Low Profile για μένα δεν είναι απλώς ένα ουίσκι μπαρ, παρότι αποτελεί εμβληματική και αντιπροσωπευτική περίπτωση του είδους. Για μένα το Low Profile είναι οι άνθρωποι, είναι ένα σημείο αναφοράς, ένα σαββατιάτικο σημείο αναφοράς, και ένας χώρος που μάλλον μυείσαι παρά παρίστασαι. Εμένα με μύησε ο πολύ καλός φίλος και πολύ μεγάλος συγγραφέας, ο Αντώνης Σουρούνης, Μετά έφερα και τον Δημήτρη, ο οποίος όχι τυχαία σε μια άλλη εποχή ήταν πολύ καλός φίλος με τον Αντώνη, κι έτσι άρχισε να δημιουργείται μια αλυσίδα που δεν έχει τελειώσει.

Δημήτρης Αρβανίτης (ΔΑ): Το μαγαζί του Σταύρου, γιατί εγώ το βλέπω σαν το μαγαζί του Σταύρου και δεν με ενδιαφέρει η ετικέτα του, έχεις πολύ δίκιο που λες ότι είναι ένα μαγαζί με ουίσκι που έχει μεταπτυχιακό. Αν θέλεις να πιεις την γκάμα του ουίσκι του, από τα πιο οικονομικά ως τα πιο ακριβά, θα τα πιεις με όλη την ειλικρίνεια αυτού του ανθρώπου. Εδώ θέλω να πω ένα παράδειγμα. Πάντα μου άρεσε να έχω ένα περίπτερο που ο περιπτεράς να ξέρει τι τσιγάρα καπνίζω, να του λέω «τσιγάρα» και να μου δίνει τη μάρκα μου. Σε μεγάλο βαθμό το έχω καταφέρει, γιατί στις μετακινήσεις μου μέσα στην πόλη σε διάφορες γειτονιές, έμενα πολύ. Είχα ακούσει από τον Μάνο Χατζιδάκι, – ο Μάνος ήξερε να επιλέγει τους χώρους και να τους κάνει δικούς του –  ότι αυτό που χανόταν τη δεκαετία του ’80 ήταν τα καφενεία, που τα επιλέγεις με την αύρα του διπλανού σου, δηλαδή δεν είσαι παρείσακτος αλλά είσαι σε ένα χώρο κουμπωμένος, κανονικά μέσα, δε σε ενοχλεί κάτι, αν έχει θόρυβο ή δεν έχει, δεν νιώθεις παράταιρος. Πέρασα από διάφορα στέκια, γιατί τα έχουμε ανάγκη στην πόλη μας. Σε αυτό κατέληξα, όσο παρακινδυνευμένο μπορεί να ακούγεται αυτό, για μια σειρά λόγων. Πρώτον, γιατί πιστεύω ότι είναι downtown, μέσα στην καρδιά της πόλης, και πραγματικά βλέπεις ότι κάτι συμβαίνει εδώ. Είναι παρά πολύ ωραίο το σημείο, έχει πάρα πολλές αρετές, αλλάζει όλες τις ώρες της ημέρας. Το απόγευμα, το μεσημέρι, τα Σάββατα είναι τελείως διαφορετικά από τις άλλες μέρες και τα βράδια έχει μια τέτοια οικειότητα που θεωρείς ότι πηγαίνεις στο σπίτι του φίλου σου. Βραδιές παίζοντας μουσική, jazz, όχι μόνο εγώ αλλά και άλλοι φίλοι.

ΦΚ Κύριε Αρβανίτη, έχετε ένα γιο, ποιο είναι το όνομά του;

ΔΑ Τον λένε Θελόνιους, προς τιμήν του Θελόνιους Μονκ. Θεωρώ ότι αυτός ο μεγάλος μουσικός είναι ένας δεύτερος, πνευματικός πατέρας και τον τοποθετώ σε αυτούς που μου άνοιξαν τα μάτια.

ΧΚ Ναι, αλλά έτσι που το λες, εννοείς ότι άμα κάνω άλλο παιδί, πρέπει να το βγάλο Ρέιμοντ, από τον Ρέιμοντ Τσάντλερ;

ΔΑ Ναι, αν τον θεωρείς δεύτερο πατέρα σου να το κάνεις.

ΦΚ Ξέρω ότι ο Σταύρος έχει ίσως μια από τις πληρέστερες συλλογές από ετικέτες single malt. Μην ξεχνάμε ότι είναι επένδυση αυτά τα πράγματα, δεν είναι εύκολο να έχεις μια τέτοια κάβα. Επίσης, δεν είναι εύκολο να έχεις τις γνώσεις για να τα επιλέξεις και να τα συστήσεις στους πελάτες. Εσείς έχετε εντρυφήσει στα διαμαντάκια του φίλου και οικοδεσπότη;

ΧΚ Εγώ είμαι ένας ταπεινός καταναλωτής, συνηθισμένος θα έλεγα. Πώς λέγαμε παλιά «δεν είμαι κομμουνιστής, προσπαθώ να γίνω», έτσι κι εγώ δεν είμαι ειδικός του ουίσκι, προσπαθώ να γίνω κι έχω έναν καλό ξεναγό. Είμαι φανατικός του ταπεινού – που εγώ δε θα το έλεγα ταπεινό αλλά κλασικό και συνηθισμένο – Johnnie Red Label. Επομένως, όταν θέλω να δοκιμάσω κάτι παραπάνω, εμπιστεύομαι τις προτάσεις ποιου άλλου; Του Σταύρου.

Σταύρος Κασιώτης (ΣΚ): Εγώ πριν συστήσω ένα ουίσκι σε κάποιον, ρωτάω τι έχει πιει στη ζωή του, πριν τρεις μέρες ή πριν δυο μήνες, για να καταλάβω προς τα πού πάει και πόσο θέλει να φύγει από αυτό.

ΧΚ Εγώ θα τολμήσω μια παρέμβαση. Νομίζω ότι ο Σταύρος αυτό το κάνει με έναν άγνωστο. Σε κάποιον που γνωρίζει νομίζω ότι κάνει ένα ψυχογράφημα, σκέφτεται το προφίλ του και ξέρει τι να προτείνει.

ΣΚ Θέλω να έχω τα πιο χαρακτηριστικά, τα πιο κλασικά ουίσκι από όλες τις περιοχές της Σκωτίας. Προσπαθώ να έχω μια πλήρη κάβα που να δίνει τη δυνατότητα στον πελάτη να αλλάζει. Δηλαδή σήμερα έχω ένα καπνιστό, αύριο θα φέρω ένα άλλο.

ΧΚ Κι αν πίνεις ένα ουίσκι και το έχεις συνηθίσει;

ΣΚ Αυτοί που έχουν συνηθίσει ένα ουίσκι είναι έτοιμοι να δοκιμάσουν και κάτι άλλο. Υπάρχει η στιγμή που θα πουν «σήμερα είμαι για κάτι άλλο». Όχι ντε και καλά για να μην αφήσουν την παλιά τους συνήθεια, αλλά για να δοκιμάσουν μια διαφορετική αίσθηση.

ΦΚ Πάντως, εξετάζοντας πολύ προσεκτικά όλα αυτά τα χρόνια την κάβα του Low Profile, έχω δει ότι οι βασικές γεύσεις των single malt των πέντε περιοχών, των ιρλανδέζικων και του μπέρμπον εκπροσωπούνται τίμια. Δηλαδή και τα νησιωτικά, και τα καπνιστά, και τα τυρφώδη, και τα Highlands, και τα Lowlands, και τα Speyside, που κάλλιστα μπορεί να είναι ουίσκι για το γυναικείο πληθυσμό – είναι πιο φρουτώδη, λίγο πιο απαλά στη γεύση. Δεν μπορείς να πεις ότι κάποια περιοχή είναι ριγμένη. Δεν έχει εμμονή π.χ. με τα νησιωτικά, γιατί ο ίδιος τα προτιμάει.

ΣΚ Αυτό είναι το βασικό. Σίγουρα υπάρχουν αγαπημένα, προσωπικά. Υπάρχουν ουίσκι τα οποία, επειδή τα αγάπησα εγώ, χωρίς κανέναν άλλο λόγο, τα πρότεινα και σε άλλους, χωρίς να κοιτάξω αν εμπορικά με ενδιαφέρει. 

ΦΚ Πάντως, Χριστόφορε, για να επιστρέψω σε αυτό που έλεγες, πρόσφατα ήμουν στο παγκόσμιο συνέδριο του ουίσκι στο Λονδίνο και υπήρχε μια τεράστια συζήτηση όχι φωνακλάδικη, αλλά ουσιαστική. Μια low profile συζήτηση. Μπήκε η ερώτηση μήπως τελικά δώσαμε όλο μας το βάρος στα single malt, τα οποία, δεν υπάρχει αμφιβολία, είναι αποστάγματα, είναι μοναδικά. Ωστόσο τα single malt δε θα μπορούσαν να υπάρχουν αν δεν υπήρχαν τα blend. Είπες για το Johnnie Walker Red Label. Το Johnnie Walker Red Label φτιάχνεται από την πρόσμιξη των καλύτερων single malt που γεννιούνται στη Σκωτία.

ΧΚ Τώρα είπες κάτι πολύ κεντρικό. Το ίδιο πράγμα λέμε για την ποίηση. Αν δεν υπάρχουν οι ελάσσονες ποιητές, δεν υπάρχουν οι μεγάλοι. Θα μου επιτρέψεις όμως να ξαναγυρίσω στα δικά μου μονοπάτια. Καταλαβαίνω ότι η δική σας ροπή είναι προς πιο mainstream πράγματα, δεν είναι κακό. Αλλά κι εγώ θα επιμείνω να κάνω μια αντίστιξη. Είπες παγκόσμιο συνέδριο του ουίσκι. Εμένα αυτό με ξενίζει. Για μένα το παγκόσμιο συνέδριο του ουίσκι διεξάγεται κάθε μέρα και κυρίως κάθε βράδυ σε όλο τον κόσμο και δε συμμετέχουν ειδικοί αλλά όλοι αυτοί που καταναλώνουν ουίσκι σε όλα τα μπαρ του κόσμου, στα σπίτια τους, σε πάρτι, σε χορούς, σε ό,τι μπορεί να φανταστεί κανένας.

ΦΚ Ασφαλώς. Άλλωστε πρέπει να πω πως υπάρχει  μια ολόκληρη επιστήμη πίσω από την πρόσμιξη των single malt που κάνουν αυτό το ουίσκι που πίνουμε τελικά.

ΧΚ Και αυτό δίνει και αποδεικνύει την αξία τους.

ΦΚ Βεβαίως. Για παράδειγμα, το Highland Park, ένα από τα σοβαρότερα και ιστορικότερα αποστακτήρια της Σκωτίας, έχει μια παρά πολύ περιορισμένη ιδιωτική τοποθέτηση. Ωστόσο, περίπου το 80% της παραγωγής του το παίρνουν οι υπόλοιποι για να φτιαχτούν ουίσκι όπως το Red Label. Αυτό κάτι σημαίνει.

ΣΚ Μου άρεσε τόσο πολύ το Highland Park. Το έλεγα στον κόσμο και τώρα που έρχονται όλοι και μου το ζητάνε, τους λέω ότι λόγω της κρίσης δεν εισάγεται και μακάρι να ξανάρθει.

ΔΑ Νομίζω πως μεγαλύτερη αξία στο κάθε brand είναι η εντιμότητά του. Σαφώς και υπάρχουν διαφορές. Λέμε ότι όλοι οι άνθρωποι που τους αρέσει το ψάρι συγκλίνουν στο ότι το καλύτερο ψάρι είναι το φρέσκο. Ωστόσο αυτοί όλοι έχουν κι ένα ιδιαίτερο ψάρι που τους αρέσει περισσότερο. Το ίδιο γίνεται και με το ουίσκι. Μπορεί ο τελικός αποδέκτης του spirit να είναι το μέσα, το μυαλό μας, αλλά η είσοδος είναι η γλώσσα, είναι όλο το μπουκέ του στόματος, η αίσθηση.

ΦΚ Για μας, την παρέα που κάναμε το Whisky Magazine, η σκέψη μας ήταν να μεταφέρουμε τον τρόπο που ασχολείται κανείς με το ουίσκι. Να το δοκιμάζεις, ειδικά στα ποτήρια της γευσιγνωσίας, να το μυρίζεις, να το ανακαλύπτεις, να μη φοβάσαι να πεις τι μυρίζει – στον κάθε άνθρωπο μυρίζει διαφορετικά – π.χ. εμένα μου μυρίζει παλιές εφημερίδες. Οι μεγαλύτεροι γευσιγνώστες του κόσμου λένε τέτοια σχόλια και μ’ αρέσει. Τελικά αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι πίνεις πραγματικά. Γίνεται ένα παιχνίδι όσφρησης-γεύσης, ένα ταξιδάκι φαντασίας επίσης. Ειδικά όταν έχεις ανθρώπους σαν τον Σταύρο και την ομάδα των παιδιών εδώ, που βοηθάνε σε αυτό. Δηλαδή, να μπορείς να του πεις: «Ξέρεις; Αυτό που μου έβαλες μου φάνηκε πολύ γλυκό για τα γούστα μου ή πολύ φρουτώδες. Έχεις κάτι λίγο πιο straight;» και να ξέρει να σε κατευθύνει.

ΧΚ Εγώ θέλω να πω τη δική μου πονεμένη ιστορία με τα μπέρμπον. Επειδή διαβάζω, έχω διαβάσει μάλλον, τώρα δεν πολυδιαβάζω αυτά, πολλή αμερικανική noir λογοτεχνία, το πρόβλημα μου είναι ότι αυτοί πίνουν μπέρμπον. Όταν λοιπόν το να πίνεις συνδέεται αρκετά όχι μόνο με τα βιώματά σου αλλά και με τις φαντασιώσεις σου, με τα διαβάσματά σου κ.λπ., εγώ ήθελα να πιω μπέρμπον. Το μπέρμπον δεν μου πάει, δεν μου αρέσει, αλλά υπήρχε μια μόνιμη αντίφαση και μια σύγκρουση προτεραιοτήτων, γιατί έπρεπε να δοκιμάσω το μπέρμπον που πίνανε οι ήρωές μου. Και το μπέρμπον που πίνανε οι ήρωες μου, αυτό το αμερικάνικο πράγμα ας πούμε, κοντραριζόταν με τη γεύση μου και με την προτίμησή μου. Δεν το έλυσα ποτέ, αλλά τουλάχιστον κατόρθωσα με τον καιρό να βιώνω αυτή την αντίφαση με έναν δημιουργικό τρόπο.

ΦΚ Δημήτρη, ήθελα να σε ρωτήσω για το παγκόσμιο συνέδριο ουίσκι. Το καλύτερο single malt του κόσμου, λοιπόν. Στο τέλος αυτού του συνεδρίου, απονέμονται τα World Whiskies Awards, τα οποία εμείς, από τους πρώτους σ’ όλον τον κόσμο ανακοινώσαμε στo twitter. Είκοσι ανεξάρτητοι κριτές, δοκίμασαν πάνω από 300 brand, 20 έφτασαν στους φιναλίστ και για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το βραβείο πήρε το Yamazaki της Suntory. Απονεμήθησαν όμως και τα βραβεία που θεωρούνται παρά πολύ σπουδαία για το συγκεκριμένο θεσμό, τα World Whiskies Design Awards, που αφορούν την καλύτερη φιάλη, το καλύτερο soft box, το καλύτερο metal box, την καλύτερη σειρά, κ.λπ. Μιλάμε με λέξεις, αλλά μιλάμε πάρα πολύ και με εικόνες. Ξέρω ότι εσύ χρησιμοποιείς τις εικόνες για να αρθρώσεις ένα πιο ουσιαστικό λόγο. (ΧΚ Αφού πρώτα μεθύσει με τις εικόνες, μετά κάνει αυτά που είπες...) (πολλά γέλια). To αποτέλεσμα είναι για όλους εμάς παρά πολύ ευχάριστο, γιατί οι δουλειές του Δημήτρη μας κάνουν πολύ υπερήφανους για το ελληνικό design. Θα μας πεις γι’ αυτό; Φέτος, το πρώτο βραβείο το πήρε ένα μπουκάλι αριστούργημα, το Highland Park των 50 ετών, το οποίο δημιούργησε ένα γραφείο προσλαμβάνοντας μια σχεδιάστρια κοσμημάτων και στέλνοντάς τη στο Orkney, εκεί που φτιάχνεται το Highland Park. Αφού έμεινε εκεί τρεις μήνες και μελέτησε την ιστορία του τόπου, τις κυρίαρχες εικόνες, τα κοχύλια, τις άγκυρες, τα σημεία αναφοράς του Orkney –γιατί ένα ψαροχώρι είναι στην πραγματικότητα– χρησιμοποίησε αυτά τα στοιχεία κι έφτιαξε ένα μπουκάλι, που πραγματικά, ακόμη και να μη σου αρέσει το ουίσκι, είναι κόσμημα, είναι αριστούργημα. Θα μας μιλήσεις λοιπόν για τη σχέση σου με το design και αυτή τη νυχτερινή ατμόσφαιρα του μπαρ;

Επίσης, καθώς το μάτι το δικό σου κόβει σε δευτερόλεπτα, υπάρχει κάποιο μπουκάλι που ξεχωρίζεις για το σχεδιασμό του; Ποια στοιχεία θεωρείς ότι δείχνουν πως ο τύπος που έκατσε και το σχεδιάσε έκανε καλή δουλειά;

ΔΑ Θα ξέρεις καλύτερα από μένα, υπάρχουν κάτι γιαπωνέζικα νομίζω, κάτι πλακέ με ένα lettering καταπληκτικό, τα οποία για μένα είναι εξαιρετικά. Έχω όμως την εντύπωση ότι όταν βλέπω τις ετικέτες αυτών των ουίσκι είναι σαν να βλέπω μια καλοσχεδιασμένη σελίδα του Rolling Stone. Δεν μου κάνει ουίσκι. Εμένα αυτό που με ενδιαφέρει είναι κάποιος να καταλαβαίνει σε ποια κατηγορία ανήκει αυτό το πράγμα, ο εσωτερικός αυτός κρυφός κώδικας που τακτοποιεί τα πράγματα και στην επικοινωνία δίνει στον άλλο ένα ατού να καταλάβει, να μην μπερδευτεί. Έχω δει κατά καιρούς στα ελληνικά κρασιά ετικέτες «ντιζαϊνάτες». Δε μου λένε τίποτε. Εγώ προτιμώ να ξέρω ότι αυτό το μπουκάλι περιέχει ξινόμαυρο κρασί, ή έχει λευκό φρουτώδες! Αυτό το πράγμα νομίζω ότι υπάρχουν πολλά ουίσκι που το καταφέρνουν. Εγώ λατρεύω τη φιάλη του Teacher’s για πολλούς λόγους. Αν το ψάξεις θα το δεις... το σκάλισμα του μπουκαλιού του. Μιλάω για ένα ταπεινό σε τιμή ουίσκι, έτσι;  Αν και δεν υπάρχουν είπαμε ταπεινά ουίσκι. Αλλά ως item, εμένα στο χέρι μου αυτό μου αρέσει.

ΣΚ Το οποίο παρ’ όλα αυτά το Whisky Bible το κατηγοριοποιεί κάθε χρόνο ως ένα από τα καλύτερα blend.

ΦΚ Δημήτρη, τις ώρες που είναι μάλλον μοναχικές, που κάθεσαι από τσαντίλα, από θυμό, από ο,τιδήποτε, και κάνεις κάτι χωρίς να σε πληρώνει κανείς, γιατί θέλεις να υποστηρίξεις μέσα από την τέχνη σου ένα πράγμα που σου φαίνεται αξιόλογο, θέλω να μου πεις τι ακούς και τι πίνεις.

ΔΑ Όταν κάνω τέτοια πράγματα... Οι εκτός δουλειάς ώρες υποτίθεται ότι ορίζονται από το χρονικό σημείο που υποτίθεται ότι κλείνει το γραφείο. Έ, ουίσκι. Δεν νομίζω ότι μπορείς να πιεις τίποτε άλλο. Και πίνοντας ουίσκι, μόνο jazz μπορείς να ακούς. Δηλαδή οι δουλειές που έκανα για τον Σταύρο, καθορίστηκαν από την jazz...

ΦΚ Και αν έπινες ένα από τα βασικά ουίσκι, θα έπινες ένα καπνιστό, ένα τυρφώδες, ένα πιο γλυκό, πιο βουτυράτο, πιο φρουτώδες; Δηλαδή τι γεύση θα είχαν οι εικονογραφήσεις του Δημήτρη;

ΔΑ Θα έπινα ένα καπνιστό. Αλλά μπορώ να σ’ το δώσω και με μια εικόνα. Στο Round Midnight, την ταινία του Ταβερνιέ, ο Dexter Gordon είναι σε μεγάλο μαρκάρισμα να μην πίνει, γιατί έχει γίνει σμπαράλια και ενώ κατεβαίνει από τον πρώτο όροφο που κοιμάται για να παίξει, να βγει στο gig, όλοι τον διώχνουν από τα ποτά. Αυτός πηγαίνει στο διπλανό μπαρ και πίνει κάτι ξινά κρασιά. Μπαίνοντας στο μπαρ, το πλάνο μάς δείχνει την μπάρα, τους δύο bartender, έναν άντρα και μια γυναίκα, βλέπουμε την πλάτη του πηγαίνοντας προς τα εκεί και βλέπουμε έναν τύπο να σηκώνει ένα ποτήρι, να πίνει και σε δευτερόλεπτα να πέφτει μπαπ κάτω. O Gordon πηγαίνει προς τον μπαρμαν και του λέει: «Μπορώ να έχω ένα ποτήρι από αυτό που ήπιε ο κύριος;». Αυτό μ’ αρέσει πάρα πολύ σαν εικόνα.

ΦΚ Τελικά, επειδή όλοι είστε Low Profile, κανείς δε μιλάει για τη δουλειά του και τις ιδιωτικές του κατακτήσεις. Αλλά ίσως αυτό σημαίνει Low Profile, ότι οι άνθρωποι που έρχονται εδώ, δεν ασχολούνται με το να προβάλουν τον εαυτό τους, ασχολούνται με το να απολαύσουν το ουίσκι τους. (ΧΚ Και το τσίπουρό τους, ειδικά τα Σάββατα.)

ΦΚ Θανάση, σε περιμέναμε για να μας εισαγάγεις στο τελευταίο κομμάτι. Ξέρω τη σχέση σου με τις λέξεις, τη σχέση σου με τη μουσική και τη σχέση σου με τη βραδινή ζωή του Low Profile και το ουίσκι. Θέλω να μας πεις τι είναι για σένα το Low Profile και πώς εσύ το βιώνεις.

ΘΜ Για μένα ένα μπαρ γενικά είναι δύο πράγματα: ένα μέρος για να καπνίσεις κι ένα μέρος για να συζητήσεις.

ΧΚ Όχι η μουσική;

ΘΜ Αδιάφορο.

ΦΚ Ο άνθρωπος που βάζει την καλύτερη μουσική στο Low Profile και του είναι αδιάφορη η μουσική! Πολύ ωραία!

ΘΜ Κοίταξε, αυτό που κυρίως θέλει ο κόσμος σε ένα μπαρ δεν είναι να ακούσει μουσική. Δηλαδή, στο σπίτι μου σπάνια ακούω μουσική ή ακούω πράγματα που δεν παίζω. Κάνεις άλλη χρήση του μπαρ. Πας για να πιεις και να μιλήσεις. Εγώ πίνω μόνο ουίσκι. Η αγαπημένη μου ώρα είναι Κυριακή, εκεί 8 και κάτι, η ώρα που μόλις έχει ανοίξει το μαγαζί, παίζει μια μουσική που μου αρέσει να ακούω και βρίσκω και ανθρώπους τους οποίους γουστάρω και με τους οποίους μιλάμε.

ΦΚ Θανάση, κατ’ αρχάς μας λες λίγο τις τρεις ιδιότητές σου; Γιατί έχεις τρεις από ό,τι καταλαβαίνω.

ΘΜ Αρθρογραφώ στον Τύπο, δουλεύω στον Κέδρο, επιλέγοντας βιβλία που θα εκδώσουμε και κάνοντας και άλλα πράγματα, κάνω εκπομπή στο Κόκκινο και παίζω και DJ σε μπαρ όπως το Low Profile.

ΦΚ Επειδή ξέρω ότι παρατηρείς τον κόσμο και σε βλέπω πολλές φορές με πόσο κοφτερό βλέμμα παρακολουθείς τις παρέες που κάθονται εδώ, τι θα έλεγες για το Low; Με τι τρόπο επιλέγεις να παίζεις μουσική στο Low; Κι αν το Low ήταν ένα συγκεκριμένο single malt ποιο θα ήταν;

ΘΜ Ας ξεκινήσουμε ανάποδα. Αν ήταν ένα συγκεκριμένο single malt, θα ήταν το Macallan. Θα ήταν ουίσκι από το Speyside. Όχι λόγω αποδοχής. Συνδυάζει την τραχύτητα που έχουν τα νησιώτικα με το πιο γλυκό που έχουν τα Highlands. Έχει μια ταυτότητα αυτό το ουίσκι. Και μια ειλικρίνεια, ακριβώς.

Αν ήταν jazz; Θα ήταν μια jazz, η οποία ξεκινάει από τον Ellington, δεν είναι λευκό swing, αυτό που είναι πολύ της μόδας στην Αθήνα τον τελευταίο καιρό, και θα κατέληγε σε hard bop.

Σίγουρα Θελόνιους Μονκ!

ΦΚ Όταν παίζεις μουσική, πώς βλέπεις τον κόσμο να λειτουργεί εδώ;

ΘΜ Συνήθως έχω το νου μου στην επόμενη αλλαγή. Παρατηρώ τον κόσμο.

Με ενδιαφέρει πάρα πολύ τι θα παραγγείλουν, επειδή έχω μια διαστροφική,  προσωπική σχέση με το ουίσκι. Με ενδιαφέρει πολύ τι θα παραγγείλει ο άλλος και έχω το αυτί μου ανοιχτό. Για παράδειγμα, το Σάββατο, την τελευταία φορά που έπαιξα, ήταν μια κοπελιά, ήταν καλή ώρα ο Μπουτς στην μπάρα, και ζήτησε Balvenie αλλά είχε τελειώσει. Και πετάχτηκα εγώ και είπα: «Δώσε της Dalwhinnie», που είναι κατά τη γνώμη μου ό,τι πιο κοντινό.

ΦΚ Εκτός από δημοσιογράφος, επιμελητής, DJ, και μπάρμαν;

ΘΜ Δεν είμαι μπάρμαν. Είμαι πάρα πολύ goofy, πάρα πολύ αδέξιος. Αλλά με ενδιαφέρει πολύ η κουλτούρα του ουίσκι.

ΦΚ Το δικό σου αγαπημένο malt;

ΘΜ Το δικό μου αγαπημένο malt είναι το Highland Park, το οποίο είναι από το Orkney, το δεύτερο βορειότερο αποστακτήριο της Σκωτίας. Αυτό κι αν συνδυάζει τη τραχύτητα των Islay ουίσκι με τη γλυκάδα των Highlands.

ΦΚ Last but not least, ο Σταύρος Κασιώτης. Σταύρο, έχω δει με μεγάλη χαρά τον τελευταίο καιρό αρκετά νέα παιδιά, θα έλεγα εικοσιπεντάχρονους, δεν ξέρω, εσύ ξέρεις καλύτερα, να πειραματίζονται, να ρωτάνε, να θέλουν να δοκιμάσουν, και σε βλέπω να συζητάς μαζί τους, να προσπαθείς να τους εξηγήσεις, να τους εκπαιδεύσεις ή τέλος πάντων να τους προτείνεις κάτι που θα τους ευχαριστήσει.

ΣΚ Αυτά είναι ειδικά παιδιά. Είναι παιδιά που επιλέγουν να έρθουν εδώ. Συνήθως σε αυτές τις ηλικίες προτιμούν τα μπαρ μαζικής κατανάλωσης. Αυτά είναι παιδιά που πήραν χαμπάρι το ψαγμένο ποτό. Μην ξεχνάς ότι τα malt δεν ήταν τόσο γνωστά όσο τα blended ουίσκι. Κι όλα αυτά είναι παιδιά που διαφοροποιούνται και σε άλλα πράγματα, στη μουσική, το ντύσιμο, τα ενδιαφέροντα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι επιλέγουν να έρχονται σε αυτόν το χώρο. Είναι μια τάση μέσα στην πόλη, φαίνεται ότι κάτι κάνουμε καλά στη δουλειά μας για να είναι αυτοί εδώ.

Τώρα σε σχέση με τα malt, τα τελευταία δύο χρόνια πολλά νέα παιδιά θέλουν να δοκιμάσουν, αλλά είναι κι απαγορευτικές οι τιμές.

ΦΚ Έτσι νομίζω κι εγώ, ότι μάλλον κάνετε κάτι πολύ καλά.Ταυτόχρονα όμως έχεις και τους κλασικούς πότες.

ΣΚ Οι κλασικοί πότες, οι καθημερινοί, ο κόσμος που αγαπάει το ποτό του και το επιλέγει. Κατά καιρούς μπορεί να δοκιμάσουν κάτι άλλο, αλλά έχουν το ουίσκι τους που το κουβαλάνε χρόνια.

ΦΚ Παρ’ όλα αυτά έχουμε ανθρώπους εδώ οι οποίοι αισθάνονται πως έρχονται στο σπίτι τους, άντρες και γυναίκες. Σίγουρα μπορεί να έρθει μια γυναίκα μόνη της, να απολαύσει το ποτό της και να νιώθει πολύ βολικά.

ΣΚ Από την αρχή ενέπνεε μια οικειότητα το Low και αυτή είναι και η διάφορά του. Δεν είναι αφ’ υψηλού, ούτε και τα παιδιά που δουλεύουν εδώ. Ουσιαστικά είναι ένα μπαρ που αποκτάς την οικειότητα εύκολα και χωρίς καμία ιδιοτέλεια στο πίσω μέρος του μυαλού σου.

Εγώ έφτιαξα ένα μπαρ από την εμμονή τη δικιά μου. Δηλαδή όπως θα γούσταρα εγώ, όπως ακριβώς θα ήθελα εγώ να είναι. Δεν ήταν μια εμπορική απόφαση. Υπέθεσα ότι θα υπήρχαν άλλοι 100-150 άνθρωποι στο κέντρο της Αθήνας που θα τους αφορούσε.

Βαλίσια Βύζα (Β.Β.): Πόσο χρονών είναι το μπαρ;

ΣΚ Δεκαέξι χρονών. Αλλά για μένα είναι σαν να είναι κοντά σαράντα χρονών. Τη διαστροφή για τα ουίσκι που ανέφερε ο Θανάσης, να προσέχω τι ουίσκι παραγγέλνει ποιος, την είχα κι εγώ. Και ως πελάτης. Χωρίς να έχω στο μυαλό μου τι πρέπει. Και κυρίως την είχα στον κινηματογράφο. Δηλαδή μπορώ να σου πω ταινίες που να έχω ξεχάσει πια τον πρωταγωνιστή, αλλά να σου πω ποιο ουίσκι παίζει σε όλη την ταινία. Στα «Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα», στις ταινίες του Αλμοδοβάρ, στις ταινίες του Γούντι Άλεν, το Glenmorangie, τι να σου πω, η ταινία με τον Αλ Πατσίνο, με το Jack Daniels. Ακόμη και στις ελληνικές ταινίες. Το VAT 69, ολόκληρο σκηνικό.

ΦΚ Σταύρο, δεν πρόκειται να ξεχάσω ότι σχεδόν με το ζόρι με έκανες να δοκιμάσω και να αγαπήσω το Gentleman’s Jack. Εσύ τη στιγμή που θέλεις πραγματικά να πιεις ένα εξαιρετικό ουίσκι, τι διαλέγεις;

ΣΚ Τώρα πια Gentleman’s Jack. Ήμουν ένας πότης Jack Daniels χρόνια πριν το μπαρ. Αλλά όταν βγήκε η έκδοση Gentleman’s Jack, είπα εδώ σταματάνε όλα. Και είναι ένα ουίσκι το οποίο το προτείνω και στους πότες των malt. Αν κάποιος πίνει malt και δεν του άρεσαν ποτέ ούτε τα Tennessee ούτε άλλα μπέρμπον, το Gentleman’s Jack είναι κάτι που το εκτιμάει.

ΒΒ Οι γυναίκες πίνουν Gentleman’s Jack;

ΣΚ Οι γυναίκες νιώθουν ίσως μια δυσκολία. Το Gentleman’s Jack είναι ένα ουίσκι που ή από την πρώτη μυρωδιά δεν το ακουμπάς ή όταν το ακουμπήσεις έκλεισες ως πότης.

ΦΚ Ας πάρουμε τα κλασικά σκωτσέζικα single malt. Αν έρθει μια κυρία και σου ζητήσει να της προτείνεις ένα ουίσκι εύληπτο, ένα ουίσκι που να μη την τινάξει στον αέρα, να μη τη σοκάρει;

ΣΚ Ένα Dalwhinnie, ένα Glenrothes.

ΘΜ Ένα άλλο ωραίο ουίσκι για τις γυναίκες είναι το Aberfeldy.

Γιατί όχι το και το Aberlour; Αδελφάκια είναι, αλλά...

ΣΚ Είναι και τα δύο πολύ ωραία ουίσκι, πολύ γεμάτα, πολύ ενδιαφέροντα.

ΧΚ Να πω και κάτι τελευταίο για το Low Profile. Το 2008, τον Γενάρη, έκλεινα

τα 50 μου χρόνια και επέλεξα το Low Profile για να το γιορτάσω με τους φίλους μου. Βέβαια το Low Profile εκ πρώτης όψεως είναι ένα μικρό μαγαζί για τους φίλους μου. Δε θέλω να παινευτώ, δεν είναι ότι είναι πολλοί οι φίλοι, είναι ότι είναι μικρό το Low Profile.

(...τον κοροϊδεύουμε για τον αριθμό των φίλων του στο Facebook)

ΧΚ Τότε δεν υπήρχε Facebook στη ζωή μου. Υπήρχε η αγνή, η πραγματική φιλία μόνο, χωρίς να υποτιμώ τους φίλους στο Facebook. Δεν είναι λοιπόν ότι έχω πολλούς φίλους, το Low Profile είναι ένα σχετικά μικρό μαγαζί και τον Γενάρη είναι ακόμη πιο μικρό, γιατί είναι χειμώνας και δεν έχεις αυτό τον καταπληκτικό χώρο, τον πολύ μικρό αλλά και πολύ μεγάλο, έξω από το μαγαζί. Παρ’ όλα αυτά πήρα το ρίσκο και έκανα το πάρτι των κρίσιμων 50 χρόνων, στα εκατό δε νομίζω να κάνω πάρτι. Επέλεξα να το κάνω εδώ και είμαι πολύ ευγνώμων και πολύ ευχαριστημένος που το επέλεξα, γιατί αν και στενό, είναι σαν σωληνάριο ας πούμε, αποδείχτηκε πολύ ευρύχωρο και μπόρεσε και μας στέγασε, και όλοι οι φίλοι μου θυμούνται με πολύ μεγάλη χαρά κι αγάπη εκείνη την ημέρα και πιστεύω ότι αυτό είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να πω για τον Σταύρο και το Low Profile.

ΦΚ Σταύρο, διάλεξε αυτό που πραγματικά θα ήθελες να κεράσεις τους φίλους σου τώρα.

ΣΚ Ένα Jura Superstition.

ΦΚ Σας ευχαριστώ όλους πάρα πολύ. Αυτό ακριβώς που κάναμε σήμερα, δηλαδή σοβαρός κι ευγενής προβληματισμός, σοβαρή συζήτηση, λέξεις, κουλτούρα, λογοτεχνία, εικόνες και άνθρωποι που κάθονται και συζητάνε, χαίρονται για τις στιγμές που περνούν, αυτό ακριβώς σημαίνει για μας το ουίσκι. Όχι πως πίνω για να ξεχνάω, αλλά πίνω για να θυμάμαι πράγματα που αγαπάω και εκτιμάω πάρα πολύ.

Το Low Profile είναι ένα μικρό μαγαζί που χωράει πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Τα ποτήρια με το Superstition μισοάδειαζαν όσο η συζήτηση έβαινε προς το τέλος της. Το refill του Σταύρου σηματοδότησε το κλείσιμο του μαγνητοφώνου και του μπλοκ σημειώσεων, ενώ σιγά-σιγά η βροχή στράγγιζε έξω στο πεζοδρόμιο.

Παρά το μικρό του μέγεθος, το Low Profile έχει χαράξει μια πορεία βαρύνουσας σημασίας. Έχει αντέξει όλα αυτά τα χρόνια για την προφανή καλή ποιότητα, ποικιλία και συνέπεια μέσα στο μαγικό χώρο του ουίσκι. Γενέθλια, γιορτές, σαββατιάτικες εξορμήσεις, πρώτα ραντεβού μα και after work chilling out ενδείκνυνται για όλους εκείνους τους πιστούς και λάτρεις του downtown.

See you there!

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ